Περπατούσα στους εφιαλτικούς δρόμους της πόλης που αργοπεθαίνει, διακρίνοντας το τέλος πίσω από κάθε ανάμνηση. Πολυκαταστήματα ολόφωτα και τεράστια στα παιδικά μου χρόνια, με τις βιτρίνες γεμάτες μαγεία, σφραγίστηκαν, σφραγίζονται, θα σφραγιστούν. Μικρά μαγαζάκια σε κάθε στοά, δρόμο, στενάκι, βαμμένα με τη χρυσόσκονη των ονείρων και των «θέλω» μας ολόκλειστα. «Ενοικιάζονται». Εις μάτην. Τόσα πολλά αγγελτήρια, το ένα πλάι στο άλλο, σαν σταυροί σε πυκνά μνήματα, κοντεύουν να μετατρέψουν την Αθήνα σε νεκροταφείο. Τίποτα δεν πωλείται πια. Δεν έμεινε τίποτα για να πωληθεί…
Το λεπτό κρύο, που τρυπώνει τσουχτερό στο ζεστό πανωφόρι, το αραιό χιονόνερο, με γυρνούν πίσω, σε καιρούς που δεν έχω ζήσει, μα άκουσα τόσες φορές ώστε πλέον να ανακαλώ από τη μνήμη με νοσταλγία. Κι ας ήταν κι αυτοί εφιαλτικοί. Δεκαετίες πριν, ο πατέρας μου, αντάρτης του εφεδρικού ΕΛΑΣ, φύλαγε με το κορμί και με τη θέλησή του πολυκατοικίες στην πλατεία Κάνιγγος μη και τις κλέψουν. Τις είχαν εκκενώσει απ’ τους ενοίκους, γιατί το 44 μαίνονταν εκεί οι μάχες των Δεκεμβριανών. Φύλακας- άγγελος, είχε δανειστεί μια κουβέρτα, και ξάπλωνε στο πεζοδρόμιο, σε δυο μέτρα χιόνι.
-Πού πήγατε βρε γκαντέμηδες να κάνετε κίνημα με τέτοια βαρυχειμωνιά, είχα τολμήσει να τον ρωτήσω πολλά χρόνια μετά. Η μάνα μου νόμιζε πως θα θύμωνε, ή θα στενοχωριόταν. Εβαλε τα γέλια. Πού πήγαιναν, αλήθεια; Με τα 20χρονα νιάτα τους και με τα λιανοντούφεκα;
Οι Αγγλοι ήταν πολλοί, η ηγεσία ήταν λίγη. Δεν άκουσαν τον Αρη, να μπει ο ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα. Σταμάτησαν στο παρά πέντε την ανατίναξη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» με τον Τσώρτσιλ μέσα. Είχαν μπει, μαζί και ο φλογερός δικός μου αντάρτης του εφεδρικού ΕΛΑΣ, από το δίκτυο των υπονόμων. Δεν έλεγε από πού ξεκίνησαν. Μέχρι τον θάνατό τους φυλούσαν «κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα» μήπως χρειαστεί ξανά. Θα ξαναπήγαινες δηλαδή; «Αλλά; Τι θα έκανα;» Για κάθε περίπτωση, είχε κρύψει το παλιό περίστροφο κάτω από κυβικά τσιμέντου- να, εδώ, στην αυλή. Αν χρειαστεί, να μου το ξεθάψετε.
Οι μάχες θέριευαν, πείσμωναν κι οι δυο πλευρές, και η δική μας, που είχε σηκώσει όλο το βάρος της Αντίστασης κατά των Γερμανών, κι οι άλλοι, που ήθελαν αλλιώς την Ελλάδα. Δεκαεπτά φορές πήραν από τον αντίπαλο το- γιαπί τότε- υπουργείο Εμπορίου στην Κάνιγγος, 17 φορές εκείνος το ξαναπήρε. Να μετράς σφαίρες, νεκρούς, πείνα, δίψα. Να μετράς πόσες φορές ξεγέλασες το θάνατο. Στην τελευταία απέλπιδα μάχη, έσκασε ο όλμος δίπλα του. Οι Αγγλοι τον πήγαν τραυματία κι αιχμάλωτο στην Αίγυπτο, στην Ελ Ντάμπα.
Δεν έφυγε, λοιπόν, μια από τις πρώτες μέρες του Γενάρη του ’45, τότε που το μέτωπο «έσπασε» και, μαχητές, λαός, συνοδοιπόροι ή απλώς φοβισμένοι, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα, παίρνοντας τον δρόμο της δραματικής φυγής. Αρβυλα, λεπτά σκαρπίνια, γόβες, μαντολίνα, τρόφιμα, βαριά παλτά, δαντέλες, όλα ανάκατα. Ανέβαιναν στην Πάρνηθα και γύρισαν να κοιτάξουν τα πατρώα, πριν τα χάσουν απ’ τα μάτια. Οι βομβαρδισμοί δεν άφηναν περιθώρια να δεις. Αλλά και τι μ’ αυτό; Θα ξαναγύριζαν.
Στάθηκαν τυχεροί, όχι όπως οι μικρασιάτες λίγες δεκαετίες πριν. Εκείνοι δεν ξαναγύρισαν, έφυγαν για πάντα και πήγαν σε μια ξένη πατρίδα. Τούτοι εδώ, επέστρεψαν, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όμως η πατρίδα ήταν πλέον μητριά και όχι μητέρα. Εζησαν κι αυτοί κι εκείνοι, με τον αέρα του νικητή της ζωής. Κι ας είχαν ηττηθεί πικρά. Ετσι γίνεται. Οι μεγάλες ήττες σου σε καθορίζουν, μαζί με τις μεγάλες και μικρές σου νίκες. Σε κάνουν τον άνθρωπο που είσαι. Και, είπαμε: όλοι τους ήταν ανυπότακτοι.
ΠΡΟΣΟΧΗ: αν έχεις υπάρξει αντάρτης, αλλά στη συνέχεια έγινες παππούλης του αγαπούλα (και της βίλας) ξεστράτισες. Είναι σαν να μην ήσουνα. Εμείς μιλάμε για όσους παρέμειναν ανυπότακτοι, τιμώντας τον τίτλο τους. Ακόμα κι αν δεν ζουν πια, μας οδηγούν και μας σφραγίζουν, στηρίζουν τις καθημερινές μας προσπάθειες. Τόσο θεοί. Τόσο άνθρωποι. Τόσο δικοί μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου