Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

(Διπλοί) φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι

Από παιδιά μαθαίνουμε τον απόλυτο σεβασμό προς τους νεκρούς. Για όσα ήταν, για όσα έκαναν, για όσα δεν έκαναν. Κυρίως, επειδή είναι απροστάτευτοι και δεν μπορούν να αμυνθούν ή να αντιδράσουν. Πολύ πριν εμφανιστεί το «ο εν δικαίω αποθανών δεδικαίωται» που στις μέρες μας έχει φτάσει κολοβό, με την προτροπή να θεωρούμε πως ο κάθε νεκρός δικαιώνεται, οι κοινωνίες προστάτευαν όσους είχαν απωλέσει τη μεγαλύτερη χαρά του ανθρώπου: τη ζωή τους.
Δεν χρειάζονται πολλά παραδείγματα: ο Αχιλλέας «τιμωρεί» τον νεκρό Εκτορα στην «Ιλιάδα» με το να περιφέρει το νεκρό του σώμα στα πεδία των μαχών δεμένο πίσω από το άρμα του (πρακτική αποδεκτή στην εποχή εκείνη). Δεν βεβηλώνει, δεν σκυλλεύει το κορμί του κορυφαίου εχθρού. Μάλιστα, κάμπτεται όταν ο Τρώας βασιλιάς Πρίαμος τον ικετεύει να του παραδώσει το κουφάρι του παιδιού του. Πριν τον δώσει πίσω, ο Αχιλλέας διατάζει να τον πλύνουν και να τον μυρώσουν, αποδίδοντάς του φόρο τιμής υπό κάποια έννοια.
Χθες η ανθρωπότητα και Αμερική έπεσε από τα σύννεφα, όταν αποκαλύφθηκε πως υπάρχει βίντεο που δείχνει τέσσερις πεζοναύτες να ουρούν σε σορούς Ταλιμπάν. Κακώς. Οι Αμερικάνοι δεν έχουν σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή. Κατόπιν τούτου, όποια κτηνωδία και να διαπράξουν- πάντοτε σε βάρος ανυπεράσπιστων, εννοείται, τους άλλους τους φοβούνται- δεν εκπλήσσει κανέναν. Τους υποκριτές και τους αδαείς μονάχα.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Αθήνα, ανυπότακτη πολιτεία

Περπατούσα στους εφιαλτικούς δρόμους της πόλης που αργοπεθαίνει, διακρίνοντας το τέλος πίσω από κάθε ανάμνηση. Πολυκαταστήματα ολόφωτα και τεράστια στα παιδικά μου χρόνια, με τις βιτρίνες γεμάτες μαγεία, σφραγίστηκαν, σφραγίζονται, θα σφραγιστούν. Μικρά μαγαζάκια σε κάθε στοά, δρόμο, στενάκι, βαμμένα με τη χρυσόσκονη των ονείρων και των «θέλω» μας ολόκλειστα. «Ενοικιάζονται». Εις μάτην. Τόσα πολλά αγγελτήρια, το ένα πλάι στο άλλο, σαν σταυροί σε πυκνά μνήματα, κοντεύουν να μετατρέψουν την Αθήνα σε νεκροταφείο. Τίποτα δεν πωλείται πια. Δεν έμεινε τίποτα για να πωληθεί…
Το λεπτό κρύο, που τρυπώνει τσουχτερό στο ζεστό πανωφόρι, το αραιό χιονόνερο, με γυρνούν πίσω, σε καιρούς που δεν έχω ζήσει, μα άκουσα τόσες φορές ώστε πλέον να ανακαλώ από τη μνήμη με νοσταλγία. Κι ας ήταν κι αυτοί εφιαλτικοί. Δεκαετίες πριν, ο πατέρας μου, αντάρτης του εφεδρικού ΕΛΑΣ, φύλαγε με το κορμί και με τη θέλησή του πολυκατοικίες στην πλατεία Κάνιγγος μη και τις κλέψουν. Τις είχαν εκκενώσει απ’ τους ενοίκους, γιατί το 44 μαίνονταν εκεί οι μάχες των Δεκεμβριανών. Φύλακας- άγγελος, είχε δανειστεί μια κουβέρτα, και ξάπλωνε στο πεζοδρόμιο, σε δυο μέτρα χιόνι.
-Πού πήγατε βρε γκαντέμηδες να κάνετε κίνημα με τέτοια βαρυχειμωνιά, είχα τολμήσει να τον ρωτήσω πολλά χρόνια μετά. Η μάνα μου νόμιζε πως θα θύμωνε, ή θα στενοχωριόταν. Εβαλε τα γέλια. Πού πήγαιναν, αλήθεια; Με τα 20χρονα νιάτα τους και με τα λιανοντούφεκα;

Οι Αγγλοι ήταν πολλοί, η ηγεσία ήταν λίγη. Δεν άκουσαν τον Αρη, να μπει ο ΕΛΑΣ στην πρωτεύουσα. Σταμάτησαν στο παρά πέντε την ανατίναξη του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία» με τον Τσώρτσιλ μέσα. Είχαν μπει, μαζί και ο φλογερός δικός μου αντάρτης του εφεδρικού ΕΛΑΣ, από το δίκτυο των υπονόμων. Δεν έλεγε από πού ξεκίνησαν. Μέχρι τον θάνατό τους φυλούσαν «κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα» μήπως χρειαστεί ξανά. Θα ξαναπήγαινες δηλαδή; «Αλλά; Τι θα έκανα;» Για κάθε περίπτωση, είχε κρύψει το παλιό περίστροφο κάτω από κυβικά τσιμέντου- να, εδώ, στην αυλή. Αν χρειαστεί, να μου το ξεθάψετε.
Οι μάχες θέριευαν, πείσμωναν κι οι δυο πλευρές, και η δική μας, που είχε σηκώσει όλο το βάρος της Αντίστασης κατά των Γερμανών, κι οι άλλοι, που ήθελαν αλλιώς την Ελλάδα. Δεκαεπτά φορές πήραν από τον αντίπαλο το- γιαπί τότε- υπουργείο Εμπορίου στην Κάνιγγος, 17 φορές εκείνος το ξαναπήρε. Να μετράς σφαίρες, νεκρούς, πείνα, δίψα. Να μετράς πόσες φορές ξεγέλασες το θάνατο. Στην τελευταία απέλπιδα μάχη, έσκασε ο όλμος δίπλα του. Οι Αγγλοι τον πήγαν τραυματία κι αιχμάλωτο στην Αίγυπτο, στην Ελ Ντάμπα.
Δεν έφυγε, λοιπόν, μια από τις πρώτες μέρες του Γενάρη του ’45, τότε που το μέτωπο «έσπασε» και, μαχητές, λαός, συνοδοιπόροι ή απλώς φοβισμένοι, οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν την πρωτεύουσα, παίρνοντας τον δρόμο της δραματικής φυγής. Αρβυλα, λεπτά σκαρπίνια, γόβες, μαντολίνα, τρόφιμα, βαριά παλτά, δαντέλες, όλα ανάκατα. Ανέβαιναν στην Πάρνηθα και γύρισαν να κοιτάξουν τα πατρώα, πριν τα χάσουν απ’ τα μάτια. Οι βομβαρδισμοί δεν άφηναν περιθώρια να δεις. Αλλά και τι μ’ αυτό; Θα ξαναγύριζαν.
Στάθηκαν τυχεροί, όχι όπως οι μικρασιάτες λίγες δεκαετίες πριν. Εκείνοι δεν ξαναγύρισαν, έφυγαν για πάντα και πήγαν σε μια ξένη πατρίδα. Τούτοι εδώ, επέστρεψαν, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όμως η πατρίδα ήταν πλέον μητριά και όχι μητέρα. Εζησαν κι αυτοί κι εκείνοι, με τον αέρα του νικητή της ζωής. Κι ας είχαν ηττηθεί πικρά. Ετσι γίνεται. Οι μεγάλες ήττες σου σε καθορίζουν, μαζί με τις μεγάλες και μικρές σου νίκες. Σε κάνουν τον άνθρωπο που είσαι. Και, είπαμε: όλοι τους ήταν ανυπότακτοι.


ΠΡΟΣΟΧΗ: αν έχεις υπάρξει αντάρτης, αλλά στη συνέχεια έγινες παππούλης του αγαπούλα (και της βίλας) ξεστράτισες. Είναι σαν να μην ήσουνα. Εμείς μιλάμε για όσους παρέμειναν ανυπότακτοι, τιμώντας τον τίτλο τους. Ακόμα κι αν δεν ζουν πια, μας οδηγούν και μας σφραγίζουν, στηρίζουν τις καθημερινές μας προσπάθειες. Τόσο θεοί. Τόσο άνθρωποι. Τόσο δικοί μας.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

Τι θα έγραφε ο Φωσκολος για τον ΓΑΠ

Κρίσιμη μέρα η σημερινή για το ΠΑΣΟΚ λέει η ειδησεογραφία. Ο ΓΑΠ θα κάνει εμφάνιση στην πίστα με το «Για πες μου θες να μείνω ή να φύγω» και δεν ξέρω «αν μας εύρει το πρωί» μέχρι να ΜΗΝ αποφασίσουν.
Αυτά τα μοιραζόμασταν στο twitter με τους φίλους. Και τότε, έγινε ο εξής διάλογος με τον ευφυή και έχοντα φοβερό χιούμορ @KyrikosA.

Εγώ: Γιάγκος Δράκος-μα είπε ο ΓΑΠ ότι θα παραιτηθεί; Στέλεχος (της Giant): ναι, είπε ο ΓΑΠ ότι θα παραιτηθεί. ΓΔ -σίγουρα είπε ο ΓΑΠ (το σήριαλ συνεχίζεται)

@KyrikosA δεν το πιστεύω Βίρνα πως ο ΓΑΠ θα παραιτηθεί...

Εγώ: μα έτσι είπε, κάποτε, Γιάγκο, ότι ο ΓΑΠ θα παραιτηθεί. Και όπως ξέρεις, όταν ο ΓΑΠ λέει ότι θα παραιτηθεί, είναι από εκείνους που… (σ.σ. εδώ τέλειωναν εξεπίτηδες οι 140 χαρακτήρες)
@Κ: Βλεπω Βίρνα τα σχήματα που κάνουν συννεφα. Πως ξεπροβάλουν οι ηλιαχτίδες και δεν πιστεύω πως θέλει να παραιτηθεί.
Εγώ: Μπορείς να οιωνοσκοπήσεις και τις πτήσεις των πτηνών, Γιάγκο, αλλά θα δείξουν το ίδιο: ότι μπορεί ο ΓΑΠ να παραιτηθεί, μπορεί και όχι

@Κ: Είδα ένα όνειρο Βίρνα. Ένα εφιάλτη. Ξύπνησα τρομαγμένος και μέσα στον ιδρώτα. Ήταν ο ΓΑΠ στο βήμα. Είπα Θα... και ξύπνησα!
Εγώ: Είναι εμφανές, Γιάγκο. Ο Ασκληπιός δεν μας ευλογεί ώστε να έχουμε ενύπνια οράματα με το μέλλον της παραίτησης- για την Ελλάδα ρε γ…
@Κ: Κρίσιμες ώρες Βίρνα. Ο κολοσσός που διοικώ κρέμεται από μια κλωστή Αν δεν ανοίξει τα χαρτιά του δεν υπογράφω ούτε αυτόγραφο.
Εγώ: Αυτό πρέπει να κάνεις, Γιάγκο. Ο κολοσσός που διοικείς κρέμεται από μια κλωστή. Πρώτα να ανοίξει ο ΓΑΠ τα χαρτιά του και μετά...
Εγώ (γιατί άργησε να απαντήσει ο Αντώνης): και χτύπησε και η ΓΣΕΕ το χέρι στο τραπέζι του πρωθυπουργού Γιάγκο Δράκο. Ναι, το χτύπησε. Όχι, δεν ξέρω ποιος απ όλους το έκανε
@Κ: πόνεσε Βίρνα το χέρι της ΓΣΕΕ που χτύπησε στο τραπέζι; του έβαλαν πάγο; επίδεσμο; εφημερεύει το ΚΑΤ
Εγώ: Δεν ξέρω Γιάγκο αν πόνεσε ή αν έκλαψε η γάτα. Ξέρω ότι θα πονέσουμε μόλις ο ΓΑΠ ανακοινώσει την απόφασή του. Όποια και αν είναι
@Κ: Η Σελήνη, Βίρνα, χάιδευε το πρωί το Χο-Χο και μονολογούσε. Σελήνε ε θέλει φύγει ΓΑΠ

Κάπου εδώ, ο Αντώνης- Γιάγκος πήγε να διοικήσει τον κολοσσό και η φωσκολιάδα σταμάτησε. Θα συνεχιστεί απόψε. Και αύριο, και μεθαύριο. Και εις τους αιώνας των αιώνων. Διότι, μεγάλο σχολείο η Πυθία: Ηξεις αφίξεις ουκ εν τη συνεδριάσει καταλήξεις.

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Πολιτικοί: όπως λέμε πορτοφολάδες

Αν ήσασταν ποτέ φτωχοί- που πολύ αμφιβάλλω- το έχετε ξεχάσει. Κάνετε παρέες με πλούσιους μονάχα. Στο εστιατόριο, στο μπαρ, στις μπουτίκ, στα γυμναστήρια. Όπου, εν πάση περιπτώσει, εμφανίζεται κάθε σικ πολιτικός. Σε πάρτι και εκδηλώσεις για να τον δουν. Στη λαϊκή όταν έρχονται εκλογές. Ποτέ στους δρόμους. Είναι κι επικίνδυνο, τώρα τελευταία. Αγρίεψε η «πλέμπα» και ρίχνει γιαούρτια, αυγά, λαχανικά.
Δεν ξέρετε τι σημαίνει φτώχεια, ούτε και σας ενδιαφέρει. Αλλιώς δεν θα ροκανίζατε κατοστάρικο- κατοστάρικο στην αρχή και στη συνέχεια πενηντάρικο- πενηντάρικο το γλίσχρο εισόδημα των παππούδων και των μη προνομιούχων δημοσίων υπαλλήλων. Δεν ξέρετε τι σημαίνει έχω υπολογίσει να ζήσω με 660 ευρώ εκ των οποίων οι συμμετοχές στα φάρμακα, οι λογαριασμοί, οι έκτακτες μεταφορές σε γιατρούς και νοσοκομεία φτάνουν μέχρι και τα 500, και ξαφνικά βρίσκομαι με 600.
Το ξέρετε κι εσείς πολύ καλά, δε θα σωθεί η Ελλάδα με τα 60 ευρώ του γέροντα και τα 130 του δημοσίου υπαλλήλου. Αλλά δεν σας νοιάζει. Εσείς, οι οικογένειές σας, οι κολλητοί σας, δεν έχετε και δεν πρόκειται ποτέ να αναζητήσετε τόσα λίγα χρήματα. Πληρώνετε ίσα ή και μεγαλύτερα ποσά για ένα «λιτό» γεύμα κάθε μέρα. Πληρώνετε στον κομμωτή, στο κατάστημα με τα Ντόνα Κάραν και τα Πράντα απείρως περισσότερα. Δεν σας λείπουν. Δεν σας νοιάζει αν λείπουν από έναν ολόκληρο λαό. Σαν τριτοκλασάτοι πορτοφολάδες κλέβετε τους άπορους, για να μη χάνετε τη φόρμα σας. Την παρτίδα θέλετε να σώσετε, ώστε στις εκλογές να εισπράξετε ψήφους, για να μη στερηθούμε το καταστροφικό σας έργο.

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Ο τραπεζίτης και η ευτυχία του

Ώστε λοιπόν είναι ευτυχής, κατά δήλωσίν του, που συνέφαγε με 500 άστεγους και αναγκεμένους στου Ρουφ το μεσημέρι της Πρωτοχρονιάς ο πρωθυπουργός. Στη θέση του, θα ήμουν δυστυχής: επειδή οι άστεγοι, οι φτωχοί, οι άνθρωποι χωρίς στον ήλιο μοίρα, οι χωρίς ελπίδα πια, είναι πολλοί. Πάρα πολλοί. Και επειδή δεν υπάρχουν οι δομές, ούτε και θα τις δημιουργήσει, για να λιγοστέψουν. Τα υπόλοιπα, είναι ωραίες εικόνες για τα κανάλια. Όπως εκείνων των καλοζωισμένων σταρ του Χόλυγουντ που πληρώνουν εκατοντάδες δολάρια για ένα φτωχό δείπνο, σε μια φιλανθρωπική βραδιά. Βοηθούν κάπως να συμμετάσχουν περισσότεροι στην ανακούφιση των χειμαζομένων. Αλλά στην ουσία, ελάχιστα αλλάζουν. Αυτοί μεν, είναι καλλιτέχνες. Ο κ. πρωθυπουργός, όμως, είναι τραπεζίτης…